ιδιοσύστατος

ιδιοσύστατος
η , ο [ος , ον ] сам себя отрекомендовавший, сам представившийся кому-л.

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "ιδιοσύστατος" в других словарях:

  • ιδιοσύστατος — η, ο (ΑΜ ἰδιοσύστατος, ον) 1. αυτός που υπάρχει αφ εαυτού, αυτός που δημιουργήθηκε μόνος του, που έχει δική του ιδιαίτερη σύσταση νεοελλ. αυτός που συστήνεται μόνος του. επίρρ... ἰδιοσυστάτως (ΑΜ) με δική του υπόσταση. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιδιο * +… …   Dictionary of Greek

  • ιδιοσύστατος — η, ο 1. που έχει δική του σύσταση (υπόσταση), που υπάρχει από μόνος του. 2. που συστήνεται μόνος του, αυτοσύστατος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ιδιο- — α συνθετικό λέξεων που σημαίνει: α) ιδιαιτερότητα («ιδιόμορφος», «ιδιοφυής») β) χωριστή, μεμονωμένη κατάσταση («ιδιόλεκτος», «ιδιόγλωσσος») γ) κτήση («ιδιοκτήτης», «ιδιόβουλος») δ) αυτενέργεια ή το αποτέλεσμά της («ιδιόγραφος», «ιδιόχειρος») βλ.… …   Dictionary of Greek

  • ιδιοσυστασία — ἡ (Α ἰδιοσυστασία) [ιδιοσύστατος] ιδιαίτερη, ξεχωριστή σύσταση νεοελλ. το σύνολο τών μορφολογικών, λειτουργικών και ψυχολογικών χαρακτηριστικών ενός ατόμου που επιτρέπουν τον προσδιορισμό τού τύπου στον οποίο ανήκει …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»